ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟ, ΜΕΣΕΚΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

(3ο χρονογράφημα)

Φθάσαμε λοιπόν αισίως στην επομένη των εκλογών του Ιουνίου. Στις εκλογές αυτές αποτυπώθηκε η διχοστασία του εκλογικού σώματος. Από τη μία πλευρά υπήρξε η σχεδόν παράφορη διέγερση εκείνων που φοβούνταν την Ελλάδα Αργεντινή μετά τις εκλογές και από την άλλη πλευρά η επίμονη «αγανάκτηση» εκείνων που πίστευαν ότι δεν είχαν να χάσουν τίποτε παρά μόνο τις αλυσίδες τους.
Από τη μία εκείνοι που πίστευαν στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας με θυσίες και εξορθολογισμό του κράτους και της κοινωνίας, από την άλλη εκείνοι που πίστευαν ότι το σκηνικό δεν αντέχει άλλο και άρχιζαν να θέλγονται από τον ευρω-σκεπτικισμό και την ευρω-άρνηση. Βέβαια αυτοί ήσαν οι καλόπιστοι των δύο πλευρών, αυτοί που πίστευαν ή ήλπιζαν (σωστά ή λάθος) σε κάποια πράγματα. Υπήρξαν βέβαια και οι πιο σκοτεινές πλευρές των δύο ρευμάτων. Στο ένα στρατόπεδο συνωθούνταν πολλοί εξ εκείνων που ένιωθαν ότι ανήκαν σε μίαν ελίτ (συχνότατα κρατικοδίαιτη και διεφθαρμένη, βλέπε ΜΜΕ, μεγαλο-επιχειρηματίες – «νταβατζήδες») που κινδύνευε να σαρωθεί βίαια από την επαπειλούμενη ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, ενώ στο άλλο έβρισκαν καταφύγιο όσοι κινδύνευαν να σαρωθούν από τις εξαγγελόμενες (αλλά μηδέποτε (?) υλοποιούμενες) δομικές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία, την οικονομία και τη δημόσια διοίκηση (κατ’ εξοχήν διαπλεκόμενοι μεγαλο-συνδικαλιστές και «καλοθρεμμένες» συντεχνίες).

Ίσως αυτή η τελευταία διχοτομία και να είναι η πιο ενδιαφέρουσα από όλες, διότι αποκαλύπτει ορισμένες αθέατες, σε πρώτη ανάγνωση, πλευρές της βαθύτατης κοινωνικής και πολιτισμικής, ξέχωρα από την οικονομική, κρίσης που μαστίζει αυτόν τον «κατακαημένο τόπο». Η συναίνεση, η οποία οικοδομήθηκε στην μεταπολιτευτική περίοδο, βασίστηκε εν πολλοίς στην άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων μέσα από μια αλληλουχία ολοένα αυξανόμενων κοινωνικών παροχών και κρατικού παρεμβατισμού. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε ήδη από την εποχή της λεγόμενης «καραμανλικής σοσιαλμανίας» σε ελεγχόμενο βέβαια βαθμό και χωρίς υπερβολές. Το φαινόμενο όμως αυτό οδηγήθηκε στην υπερβολή κατά την διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, οπότε εδόθησαν γενναίες αυξήσεις στους δημ. Υπαλλήλους χωρίς αξιολόγηση ή στάθμιση της παραγωγικότητός τους, ενώ ταυτόχρονα κρατικοποιήθησαν μία σειρά προβληματικών επιχειρήσεων. Με αυτόν τον τρόπο η καριέρα στη δημ. Διοίκηση αποσυνδέθηκε από την παραγωγικότητα και την αξιολόγηση δίνοντας τη δυνατότητα στη μεσολαβητική δυνατότητα των συντεχνιακών-συνδικαλιστικών «κλαδικών» να ανδρωθεί και να διεκδικήσει συν-διοίκηση από μια πολιτική ηγεσία που είχε ήδη αποκεφαλίσει τη φυσική ηγεσία της κρατικής μηχανής με τις εκκαθαρίσεις των γενικών διευθυντών το 1983-84 επί Κουτσόγιωργα. Και όπως εύστοχα ειπώθηκε, ήταν εξαιρετικά σημειολογικό των προθέσεων του Ανδρέα Παπανδρέου ότι ο υπουργός εκείνος στον οποίο ανέθεσε την «αναμόρφωση» της κρατικής μηχανής ονομαζόταν Κουτσόγιωργας (με τη γνωστή κατάληξη) και όχι Καράγιωργας (με τα γνωστά διαπιστευτήρια προσφοράς στους δημοκρατικούς αγώνες και το ανεπίληπτο ήθος).

Το ερώτημα, το οποίο αρχίζει πλέον να τίθεται εμφατικά ως συνέπεια της σημερινής μας βαθιάς κρίσης, είναι ποιο είναι το μέλλον της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας και κατά πόσον η, καλώς νοούμενη τουλάχιστον αρχικώς, συναίνεση των προηγούμενων δεκαετιών μπορεί να συνεχισθεί και στο αυριανό δύσκολο τοπίο, όπως διαμορφώνεται από την κατάσταση ημι- (ή και ολικής) χρεοκοπίας της Ελλάδος. Ήδη τα προανακρούσματα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά: τα γεγονότα της 6ης Δεκεμβρίου 2008 (παρά τα ευκαιριακά /υπερβολικά στοιχεία της και ενώ η κρίση ήταν ακόμη εμβρυώδης) δείχνουν μία μεγάλη και συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ και η όλη διεργασία που οδήγησε στους «Αγανακτισμένους» του προηγούμενου καλοκαιριού δείχνει ότι η συναίνεση αυτή που επετεύχθη τις προηγούμενες τέσσερις μεταπολιτευτικές δεκαετίες είχε κάτι κίβδηλο και ψευδές: δεν ήταν δυστυχώς μία συναίνεση βασισμένη σε ένα συνεκτικό κοινωνικό και εθνικό όραμα, αλλά μία συναίνεση βασισμένη στην «παλαιοκομματική συναλλαγή» και τη «ρουσφετοκρατία» (για να θυμηθούμε την ορολογία της επανάστασης στο Γουδί το 1909). Υπήρξε λοιπόν μία συναίνεση βασισμένη στο «βόλεμα» και στο επιτήδειο «μασκάρεμα» των ανοικτών κοινωνικών ζητημάτων και αντιθέσεων μέσα από την τροπή της κοινωνίας στον καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό. Αναπόφευκτα όλα αυτά οδήγησαν στην επιδείνωση και όχι στη βελτίωση της κοινωνικής κρίσης, αφού ο Νεοέλληνας εθίστηκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε έναν φαύλο κύκλο ευδαιμονισμού/άκοπου πλουτισμού (βλέπε χρηματιστήριο) και αντίστοιχων διεκδικήσεων από το κράτος (απεργίες, αποκλεισμοί δρόμων κλπ) και το κράτος, προκειμένου να διασώσει ως κόρην οφθαλμού την συναίνεση/«βάλτωμα» δανειζόταν αφειδώς (ιδίως μετά την εισδοχή στο ευρώ που σηματοδοτούσε την ραγδαία πτώση των επιτοκίων δανεισμού) για να στηρίξει καταναλωτικές δαπάνες (ή «μεγάλα έργα» δώρα στους «νταβατζήδες») και όχι για να κάνει πραγματικές επενδύσεις (οι οποίες άλλωστε προαπαιτούσαν την πραγματοποίηση ριζικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και τη δημόσια διοίκηση, άρα ήσαν δομικά ασύμβατες με το ακύμαντο τέλμα της μεταπολιτευτικής συναίνεσης).

Το συμπέρασμα είναι ότι η «χύτρα» της κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι ήδη ξέχειλη. Και αυτό έχει θετικές και αρνητικές πλευρές. Οι αδιαμφισβήτητα θετικές πλευρές είναι ότι προφανώς το τέλμα της μεταπολίτευσης χρήζει συνολικής και εκ βάθρων αλλαγής και οι κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν να τοποθετηθούν με δυναμισμό και αποφασιστικότητα επ’ αυτού. Οι κοινωνικές προϋποθέσεις της ρήξης με τη φαυλοκρατία και την «παλαιοκομματική συναλλαγή» υπάρχουν.

Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει είναι: μπορεί η νεοελληνική κοινωνία να χειρισθεί με ωριμότητα το θέμα της κοινωνικής κρίσης, μπορεί να βρεί ένα νέο σημείο (υγιούς) ισορροπίας χωρίς να καταφύγουμε σε συνταγές ακραίας κοινωνικής πόλωσης με αποσταθεροποίηση των υγιών βάσεών της (πχ σχετικά λειτουργικός κοινοβουλευτισμός, εμπεδωμένη δημοκρατία); Η άνοδος των ανορθολογικών άκρων (άκρα αριστερά –μερικώς εκφραζόμενη από το σταλινικό ΚΚΕ, μερικώς από την εξωκοινοβουλευτική αριστερά και μερικώς από ορισμένες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, άκρα δεξιά –βασικώς εκφραζόμενη από τη Χρυσή Αυγή και μερικώς από το ΛΑΟΣ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες) δείχνει την προϊούσα αδυναμία σημαντικού τμήματος του λαού μας να αντιμετωπίσει με ευκρίνεια τα προβλήματα αντί για αναζήτηση «παρηγοριάς» σε «καταφύγια ιδεών».

Το πρόβλημα, που ανεφάνη σε πολλές κρίσιμες περιστάσεις στη νεοελληνική ιστορία, είναι η αδυναμία του λαού μας (αλλά και των ελίτ) να διαχειρισθεί τις δύσκολες αυτές στιγμές με σύνεση και χωρίς καταφυγή στην κοινωνική πόλωση. Τα παραδείγματα είναι δυστυχώς αρκετά: η πόλωση Τρικουπισμού – Δηλιγιαννισμού στη φάση του πρώτου αστικού εκσυγχρονισμού του μετα-κοτζαμπασικού κράτους στον ύστερο 19ο αιώνα, ο Εθνικός διχασμός μεταξύ Βενιζελικών – Φιλοβασιλικών στη φάση του δεύτερου αστικού εκσυγχρονισμού συνυφασμένου πια και με την προσπάθεια εθνικής ολοκλήρωσης, εν συνεχεία στην τραγική κατάληξη του Εμφυλίου σπαραγμού. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να πιστώσουμε μια σχετική οξυδέρκεια στους εμπνευστές της στρατηγικής της μεταπολιτευτικής συναίνεσης: προσπάθησαν να αποφύγουν μία νέα πόλωση, επενδεδυμένη με μετα-δικτατορικές αντεκδικήσεις, στον επιθανάτιο ρόγχο του μετεμφυλιακού κράτους που σηματοδότησε η, τραγική για τον Κυπριακό Ελληνισμό, πτώση της χούντας.

Πώς θα ξεπεράσουμε λοιπόν την κρίση και θα αλλάξουμε ριζικά χωρίς να οδηγηθούμε σε πολώσεις και τραυματικές κοινωνικές ρήξεις; Ποιο νέο κοινωνικό όραμα μπορεί να οδηγήσει στο νέο ξέφωτο χωρίς επώδυνες ωδίνες; Ποιο ο ρόλος των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που θα εξουδετερώσουν τις κεντρόφυγες δυνάμεις των άκρων;

Νίκος Κεραμάρης
Ορθοπαιδικός Χειρουργός, Διδάκτωρ Παν. Αθηνών
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top